διενεργώ


διενεργώ
[диэнэрго] р. производить, вызывать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διενεργώ" в других словарях:

  • διενεργώ — διενεργώ, διενήργησα και διενέργησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διενεργώ — (AM διενεργῶ, έω) [ενεργώ] διεξάγω ολοκληρώνοντας ορισμένη διαδικασία …   Dictionary of Greek

  • διενεργώ — διενέργησα, ολοκληρώνω, τελειώνω μια ενέργεια, διεξάγω: Διενεργούνται ανακρίσεις από την αστυνομία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξειδικεύω — διενεργώ εξειδίκευση …   Dictionary of Greek

  • αδιενέργητος — η, ο [διενεργώ] αυτός που δεν έχει διενεργηθεί, που δεν έχει διεξαχθεί, εκκρεμής …   Dictionary of Greek

  • αναστομώνω — (Α ἀναστομῶ, όω) ανοίγω τρύπα, διανοίγω, διευρύνω άνοιγμα νεοελλ. 1. ακονίζω, τροχίζω 2. (για μέταλλα) ξαναβάφω 3. λειαίνω σωλήνα εσωτερικά 4. ιατρ. διενεργώ αναστόμωση 5. μέσ. αναστομώνομαι ανατ. συνενώνομαι, συμβάλλω αρχ. μέσ. 1. ανοίγομαι,… …   Dictionary of Greek

  • διενέργεια — η [διενεργώ] διεξαγωγή, εκτέλεση σύμφωνα με ορισμένη διαδικασία («διενέργεια εκλογών») …   Dictionary of Greek

  • διεξάγω — (AM διεξάγω) [εξάγω] διενεργώ, φέρω εις πέρας μια υπόθεση μσν. φρ. «διεξάγω τὴν τοῡ παιδὸς ἡλικίαν» περνώ την παιδική ηλικία αρχ. 1. οδηγώ προς τα έξω περνώντας μέσα από κάτι ή από κάπου 2. κατευθύνομαι 3. εξετάζω, ερευνώ για εκδίκηση 4. διευθετώ …   Dictionary of Greek

  • εγχειρώ — (AM ἐγχειρῶ, έω) νεοελλ. διενεργώ εγχείρηση αρχ. μσν. 1. βάζω το χέρι μου πάνω σε κάποιον ή κάτι 2. επιχειρώ αρχ. 1. επιτίθεμαι 2. αρχίζω θεραπεία …   Dictionary of Greek

  • ενυδατώνω — 1. χημ. διενεργώ ή επιφέρω ενυδάτωση 2. (για καλλυντικό) αυξάνω την ποσότητα νερού στα κύτταρα τού δέρματος …   Dictionary of Greek